Υδροχλώριο (υδροχλωρίδιο) (HCl)

Υδροχλώριο (υδροχλωρίδιο) (HCl)

Άχρωμο αέριο με οξεία οσμή. Το υδατικό διάλυμά του είναι το υδροχλωρικό οξύ.

Χημεία

Λέξεις/κλειδιά

υδροχλώριο, υδραλογόνο, υδροχλωρικό οξύ, μόριο, πολικός, ομοιοπολικό δεσμό, δεσμός σίγμα, γαστρικό οξύ, οξύ του στομάχου, απομάκρυνση κλίμακας, ανόργανος, Χημεία, γενικά, χημεία

Σχετικά έξτρα

Αντίδραση αμμωνίας και υδροχλωρίου

Από την αντίδραση αμμωνίας και υδροχλωρίου προκύπτει το χλωριούχο αμμώνιο, που έχει...

Αντίδραση ψευδαργύρου και υδροχλωρικού οξέος

Ο ψευδάργυρος διαλύεται στο υδροχλωρικό οξύ και απελευθερώνεται αέριο υδρογόνο.

Διάλυμα υδροχλωρίου στο νερό

Το υδροχλώριο διαλύεται στο νερό και δίνουν το υδροχλωρικό οξύ.

Δίκτυο ύδρευσης

Το σύστημα του δικτύου ύδρευσης εξασφαλίζει την ποιότητα του πόσιμου νερού για τους...

Αντίδραση υποκατάστασης: χλωρίωση του μεθανίου

Κατά την αντίδραση της υποκατάστασης, τα άτομα υδρογόνου του μεθανίου υποκαθίστανται με...

Υδραλογόνα: σύγκριση

Στις χημικές ενώσεις των αλογόνων με το υδρογόνο σχηματίζονται ομοιοπολικοί δεσμοί μεταξύ...

Υδροβρώμιο (βρωμίδιο του υδρογόνου) (HBr)

Ένα από τα υδραλογόνα που χρησιμοποιείται για την σύνθεση ανόργανων βρωμιούχων ενώσεων...

Υδροφθόριο (φθορίδιο του υδρογόνου) (HF)

Ένα από τα υδραλογόνα. Ένα πολύ δραστικό διαβρωτικό, ακόμα και του γυαλιού.

Υδροϊώδιο (HI)

Άχρωμο αέριο, οξείας οσμής, πυκνότερο από τον αέρα.

Υδρογόνο (H₂)

Άχρωμο, άοσμο αέριο, με πυκνότητα μικρότερη από του αέρα. Το πιο συχνό στοιχείο στο Σύμπαν.

Χλώριο (Cl₂)

Ένα από τα αλογόνα. Είναι τοξικό αέριο με οξεία καυστική ορμή και κιτρινοπράσινο χρώμα.

Διχλωριούχο βηρύλλιο (BeCl₂)

Χρησιμοποιείται για την παραγωγή βηρύλλιου και ως καταλύτης.

Υποχλωριώδες ιόν (OCl⁻)

Υποχλωριώδη ανιόντα σχηματίζονται κατά την χλωρίωση του νερού, που γίνεται με σκοπό την...

Added to your cart.