Υδροϊώδιο (HI)

Υδροϊώδιο (HI)

Άχρωμο αέριο, οξείας οσμής, πυκνότερο από τον αέρα.

Χημεία

Λέξεις/κλειδιά

υδροϊώδιο, υδραλογόνο, μόριο, ομοιοπολικό δεσμό, δεσμός σίγμα, πολικός, ανόργανος, Χημεία, γενικά, χημεία

Σχετικά έξτρα

Υδραλογόνα: σύγκριση

Στις χημικές ενώσεις των αλογόνων με το υδρογόνο σχηματίζονται ομοιοπολικοί δεσμοί μεταξύ...

Κρυσταλλικό ιώδιο

Στερεή, γκρίζα ουσία που εξαχνίζεται με την θέρμανσή της. Το διάλυμα ιωδίου σε οινόπνευμα...

Υδροβρώμιο (βρωμίδιο του υδρογόνου) (HBr)

Ένα από τα υδραλογόνα που χρησιμοποιείται για την σύνθεση ανόργανων βρωμιούχων ενώσεων...

Υδροφθόριο (φθορίδιο του υδρογόνου) (HF)

Ένα από τα υδραλογόνα. Ένα πολύ δραστικό διαβρωτικό, ακόμα και του γυαλιού.

Υδροχλώριο (υδροχλωρίδιο) (HCl)

Άχρωμο αέριο με οξεία οσμή. Το υδατικό διάλυμά του είναι το υδροχλωρικό οξύ.

Ιωδιούχος άργυρος (AgI)

Χημική ένωση, ανοιχτού κίτρινου χρώματος, που προκύπτει από την χημική αντίδραση νιτρικού...

Υδρογόνο (H₂)

Άχρωμο, άοσμο αέριο, με πυκνότητα μικρότερη από του αέρα. Το πιο συχνό στοιχείο στο Σύμπαν.

Ιώδιο (I₂)

Στερεή, γκρίζα ουσία που εξαχνίζεται με την θέρμανσή της. Το διάλυμα ιωδίου σε οινόπνευμα...

Added to your cart.