Υδροφθόριο (φθορίδιο του υδρογόνου) (HF)

Υδροφθόριο (φθορίδιο του υδρογόνου) (HF)

Ένα από τα υδραλογόνα. Ένα πολύ δραστικό διαβρωτικό, ακόμα και του γυαλιού.

Χημεία

Λέξεις/κλειδιά

υδροφθόριο, υδραλογόνο, μόριο, ομοιοπολικό δεσμό, πολικός, δεσμός σίγμα, αργύρου, δηλητηριώδης, γυαλί χαρακτική, υδροφθορικό οξύ, ανόργανος, Χημεία, γενικά, χημεία

Σχετικά έξτρα

Υδραλογόνα: σύγκριση

Στις χημικές ενώσεις των αλογόνων με το υδρογόνο σχηματίζονται ομοιοπολικοί δεσμοί μεταξύ...

Υδροβρώμιο (βρωμίδιο του υδρογόνου) (HBr)

Ένα από τα υδραλογόνα που χρησιμοποιείται για την σύνθεση ανόργανων βρωμιούχων ενώσεων...

Υδροχλώριο (υδροχλωρίδιο) (HCl)

Άχρωμο αέριο με οξεία οσμή. Το υδατικό διάλυμά του είναι το υδροχλωρικό οξύ.

Τριφθοριούχο βόριο (BF₃)

Άχρωμο αέριο, οξείας ορμής, πυκνότερο από τον αέρα, που σχηματίζει λευκό νέφος υπό...

Υδροϊώδιο (HI)

Άχρωμο αέριο, οξείας οσμής, πυκνότερο από τον αέρα.

Υδρογόνο (H₂)

Άχρωμο, άοσμο αέριο, με πυκνότητα μικρότερη από του αέρα. Το πιο συχνό στοιχείο στο Σύμπαν.

Φθόριο (F₂)

Ένα από τα αλογόνα. Είναι τοξικό αέριο, με κιτρινοπράσινο χρώμα, πολύ δραστικό χημικά....

1,1,2,2-τετραφθοροαιθυλένιο (C₂F₄)

Μονομερές του τεφλόν, άχρωμο, άοσμο αέριο.

Added to your cart.