Θειικό οξύ (H₂SO₄)

Θειικό οξύ (H₂SO₄)

Άχρωμο υγρό, ελαιώδους υφής, εξαιρετικά οξειδωτικό, που χρησιμοποιείται πολύ στη χημική βιομηχανία.

Χημεία

Λέξεις/κλειδιά

θειικό οξύ, οξύ, ισχυρό οξύ, οξοξύ, οξύτητα, υγροσκοπικός, διπρωτικό οξύ, οξείδωση, αφυδάτωση, παθητικοποίηση, θειικά, συσσωρευτής (μπαταρία), ανόργανος, χημεία

Σχετικά έξτρα

Θειώδες οξύ (H₂SO₃)

Άχρωμο οξύ, μέτριας ισχύος, που εμφανίζεται μόνο σε υδατικά διαλύματα.

Ηλεκτρικός συσσωρευτής (μπαταρία μολύβδου)

Οι ηλεκτροχημικές αντιδράσεις που συμβαίνουν μέσα σε έναν συσσωρευτή μολύβδου-οξέος...

Τριοξείδιο του θείου (SO₃)

Ένα από τα οξείδια του θείου που ενώνεται με το νερό παράγοντας θειικό οξύ.

Διοξείδιο του θείου (SO₂)

Περιέχεται στην οξινη βροχή. Είναι ενδιάμεσο προϊόν της βιομηχανίας θειικού οξέος.

Θειικός χαλκός (CuSO₄)

Μια σπουδαία χημική ένωση του χαλκού, που χρησιμοποιείται και ως φυτοφάρμακο (γαλαζόπετρα).

Θειικό ιόν (SO₄²⁻)

Ανιόν που σχηματίζεται όταν από το μόριο του θειικού οξέος απελευθερωθούν πρωτόνια.

Υδρόθειο (H₂S)

Άχρωμο αέριο, τοξικό, με οσμή χαλασμένου αυγού. Περιέχεται συχνά στα ιαματικά και...

Θείο (S₈)

Το 16ο πιο συνηθισμένο στοιχείο στην Γη, είναι μία κίτρινη, άοσμη, στερεή ουσία. Μια...

Νιτρώδες οξύ (HNO₂)

Ένα από τα οξυγονούχα οξέα του αζώτου. Άχρωμο, οξείας οσμής, μέτριας ισχύος οξύ, που...

Added to your cart.